Η εμφυτευματολογία είναι η πιο εξειδικευμένη μέθοδος αποκατάστασης δοντιών που έχουν χαθεί, με τη βοήθεια οδοντικών εμφυτευμάτων. Τα οστεοενσωματούμενα εμφυτεύματα πρωτοεμφανίστηκαν το 1960 από τον P.I. Brånemark και την ομάδα του Πανεπιστημίου του Göteborg στη Σουηδία. Είναι κατασκευασμένα από τιτάνιο, ένα απόλυτα βιοσυμβατό υλικό που χρησιμοποιούν και οι ορθοπεδικοί.
Όταν λείπει ένα ή περισσότερα δόντια
Με την κλασική προσθετική, το κενό καλύπτεται με γέφυρα ή μερική οδοντοστοιχία που στηρίζεται στα διπλανά, συχνά υγιή, δόντια. Αυτά τροχίζονται και γίνονται πιο ευάλωτα, ενώ το οστό στα σημεία των χαμένων δοντιών σταδιακά απορροφάται.
Με εμφυτεύματα, η αποκατάσταση γίνεται με μια ακίνητη, ανεξάρτητη κατασκευή (εμφύτευμα, κολόβωμα, θήκη ή γέφυρα) που δίνει εξαιρετικό λειτουργικό και αισθητικό αποτέλεσμα, χωρίς να επηρεάζει τα διπλανά δόντια ή τα ούλα. Οι δυνάμεις της μάσησης μεταφέρονται στο οστό, όπως με τα φυσικά δόντια, και έτσι εμποδίζεται η απορρόφησή του.
Όταν ακολουθούνται τα επιστημονικά πρωτόκολλα από τον γιατρό και τον ασθενή, τα εμφυτεύματα έχουν πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής και δίνουν ξανά την αίσθηση των φυσικών δοντιών.
Όταν λείπουν όλα τα δόντια
Οι κλασικές ολικές οδοντοστοιχίες («μασέλες») είναι συχνά ογκώδεις, δυσκολεύουν την ομιλία και τη μάσηση και, ειδικά στην κάτω γνάθο, συγκρατούνται δύσκολα.
Με εμφυτεύματα η αποκατάσταση μπορεί να είναι:
- Ακίνητη, στηριγμένη στον κατάλληλο αριθμό εμφυτευμάτων, με αίσθηση πολύ κοντά στα φυσικά δόντια.
- Κινητή, αισθητά μικρότερη από την κλασική οδοντοστοιχία, πολύ σταθερή, που δεν επιβαρύνει τα ούλα και βοηθά στη διατήρηση του οστού.